Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΣΕΛΙΤΣΑΣ ΣΤΟΝ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

Posted by

Στα ΝΕΑΠΟΛΙΤΙΚΑ, στο τεύχος Απριλίου-Ιουνίου 2008, δημοσιεύτηκε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο της Μαίρης Αδαμοπούλου-Χαραλαμπίδου με θέμα «Οι Βαλα(χ)άδες της Ανασελίτσας», όπου περιγράφονται εξισλαμισμοί χριστιανών στην περιοχή της Ανασελίτσας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας έχουν γίνει εξισλαμισμοί πληθυσμών είναι όμως επίσης γεγονός ότι στις προσπάθειες, που έκαναν οι Τούρκοι κατακτητές να εξισλαμίσουν τους χριστιανούς, οι Έλληνες της περιοχής προέβαλλαν αντίσταση και χρησιμοποιούσαν κάθε θεμιτό και «αθέμιτο» μέσον, ώστε να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα.

Σ’ αυτό το άρθρο περιγράφεται ο τρόπος, που αντέδρασαν οι Έλληνες της περιοχής της Ανασελίτσας στην προσπάθεια των Τούρκων να εξισλαμίσουν μία Ελληνίδα.

Στην Πέλκα, τον σημερινό Πελεκάνο, ζούσε μία νεαρή Ελληνίδα, η Μαρία. Το δημοτικό τραγούδι που έγινε γι’ αυτήν, την αποκαλεί νταϊλιάνα, που σημαίνει πολύ όμορφη. Η ομορφιά της δεν ξέφυγε από την προσοχή των νεαρών μπέηδων και πασάδων της Λειψίστας, της σημερινής Νεάπολης, που θέλησαν να την αποχτήσουν. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η χριστιανή Μαρία έπρεπε να αλλαξοπιστήσει και να ασπασθεί τον Μωαμεθανισμό. Οι γονείς της, οι συγχωριανοί της και όλοι οι κάτοικοι των γύρω Ελληνικών χωριών ούτε να σκεφθούν δεν ήθελαν κάτι τέτοιο. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρουν τρόπο να την πείσουν να προτιμήσει για άντρα Έλληνα και όχι Τούρκο, έστω και αν αυτός ο Τούρκος ήταν γιος πασά. Φαίνεται όμως ότι τα επιχειρήματά τους δεν έπειθαν τη Μαρία, γιατί στο χωριό της και στα γύρω Ελληνικά χωριά δεν υπήρχε ανύπαντρος νέος Έλληνας, που μπορούσε να παραβληθεί στο παρουσιαστικό με τα παιδιά των μπέηδων και των πασάδων και να της είναι αρεστός. Στο διπλανό χωριό, το Βρατύνι, τον σημερινό Αλιάκμονα, ζούσε ένας νέος, που θα μπορούσε να της γεμίσει το μάτι αλλά αυτός ήταν ήδη παντρεμένος και πατέρας ενός μικρού παιδιού. Το όνομά του ήταν Θεοδόσιος. Καταγόταν από το Μπλάτσι και είχε εγκατασταθεί στο Βρατύνι πριν από λίγα χρόνια. Στο Βρατύνι τον φώναζαν με το υποκοριστικό του «Δόσιο». Προκειμένου να αποφευχθεί η αλλαξοπιστία μιας Ελληνίδας, οι γονείς της κοπέλας και οι κάτοικοι των δύο χωριών αποφάσισαν να εξαπατήσουν τη Μαρία και να την παντρέψουν δια της βίας με Έλληνα, που εκείνη δεν ήθελε. Γι’ αυτόν το σκοπό χρησιμοποίησαν ως δόλωμα τον παντρεμένο Δόσιο, που της τον παρουσίασαν σαν υποψήφιο γαμπρό. Ο πραγματικός γαμπρός ήταν ένα γεροντοπαλίκαρο από το Βρατύνι. Το όνομά του ήταν Θωμάς. Είχε χοντρή κοιλιά, γι’ αυτό το παρατσούκλι του ήταν νταλάκας και όλοι στο χωριό τον φώναζαν «Σιώμο νταλάκα». Η Μαρία, που δεν γνώριζε ότι ο Δόσιος ήταν παντρεμένος, έπεσε στην παγίδα και δέχτηκε να τον παντρευτεί. Όταν όμως έφτασε ως νύφη στο Βρατύνι, λίγο πριν περάσει το κατώφλι της εκκλησιάς, τη θέση του εικονικού γαμπρού, του Δόσιου,  κατέλαβε ο πραγματικός γαμπρός, ο Σιώμος ο νταλάκας. Αλλ’ ας αφήσουμε το δημοτικό τραγούδι να μας περιγράψει αυτόν τον περίεργο γάμο σε τυπικό δεκαπεντασύλλαβο:

Του μάθατι τι έγινι τούτη την ιβδομάδα 

Μαρία μας παντρεύιτι  κι στου Βρατύν την παίρνουν.

Φκιάσαν του Δόσιου για γαμπρό κι πήγαν κι την πήραν 

Μαρία μου, Νταϊλιάνα μου. 

Σαν τόμαθαν κι οι Λιαψεισνοί, μπεηόπκα κι πασιόπκα,

Κι άει τι αφουρμή να εύρουμι κι στου Βρατύν να πάμι.

Χειρόβουλου δεν έχουμι κι στου Βρατύν θα πάμι. 

Μαρία μου, Νταϊλιάνα μου.

Σαν κίνησαν κι πάιναν σαν κίνησαν κι πάνι,

Βρίσκουν τ’ Μαρία στου χουρό κι στου χουρό χουρεύει

Από μακριά τους χαιριτάει, τα χέρια τους φιλούσι.

Άλλοι φλουριά τη δώρισαν κι άλλοι παραγρόσια 

Μαρία μου, Νταϊλιάνα μου.

Μαρία μ’ τι τουν ζήλιψις του Σιώμου του νταλάκα;

Μι γέλασαν, μι πλάνιψαν οι σκυλουβρατυνιώτις.

Φκιάσαν του Δόσιου για γαμπρό κι ήρθαν κι μι πήραν.

Μαρία μου, Νταϊλιάνα μου.

Πολλά είναι τα σχόλια, που μπορούν να γίνουν γι’ αυτό το μικρό τραγούδι. Αυτοί που το συνέθεσαν, πιθανότατα δεν είχαν αποφοιτήσει ούτε από Δημοτικό σχολείο. Πρέπει να δεχθούμε ότι η γλώσσα του τραγουδιού, είναι η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της περιοχής στην καθημερινή τους επικοινωνία. Το τραγούδι περιλαμβάνει 125 λέξεις. Μεταξύ αυτών υπάρχουν τρεις λέξεις (μπεηόπκα, πασιόπκα, παραγρόσια) τουρκικής προελεύσεως, που σχετίζονται με τίτλους αξιωματούχων και με τα νομίσματα του κατακτητή. Υπάρχουν ακόμα δύο λέξεις (νταϊλιάνα, νταλάκας), των οποίων δεν ξέρω την προέλευση, γι’ αυτό παρακαλώ, αν μπορεί κάποιος αναγνώστης, φιλόλογος, να μας φωτίσει. Όλες οι υπόλοιπες λέξεις είναι Ελληνικώτατες. Τα άρθρα, τα ονόματα, τα ρήματα, οι κλίσεις, οι χρόνοι, παρατίθενται σύμφωνα με τους κανόνες της Ελληνικής Γραμματικής. Η τροπή των άτονων φωνηέντων (ε, αι) σε «ι» και (ο, ω) σε «ου», η αποβολή των άτονων (ι, ου) και άλλα, είναι συνέχεια της Ελληνικής διαλέκτου των αρχαίων Μακεδόνων*.

Βέβαια, το θέμα του τραγουδιού είναι η περιγραφή του γάμου. Οι κάτοικοι της Πέλκας και του Βρατυνιού, συμπεριλαμβανομένων των γονιών του κοριτσιού, προβαίνουν σε μία ενέργεια, η οποία με τα σημερινά κριτήρια θεωρείται τελείως καταδικαστέα. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη μας ότι οι Έλληνες εκείνης της εποχής είχαν ως κύρια προτεραιότητα την διατήρηση της εθνικής τους ταυτότητας, η οποία ήταν συνυφασμένη με τη διατήρηση της χριστιανικής θρησκείας τους. Στο βωμό αυτής της προτεραιότητας θυσίασαν τα ατομικά δικαιώματα ενός δικού τους παιδιού και καταρράκωσαν την προσωπικότητά του. Εξαπάτησαν τη Μαρία και την ανάγκασαν να παντρευτεί έναν άντρα, που δεν τον ήθελε. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι αυτή η συνωμοτική ενέργεια εις βάρος της Μαρίας δεν χαροποίησε τους Έλληνες των δύο χωριών και κυρίως δεν χαροποίησε τους γονείς της. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, όταν δεν μπορούσαν με ηπιότερες μεθόδους να διατηρήσουν την Ελληνικότητα ακόμα και ενός μέλους της δικής τους κοινότητας, προέβαιναν σε παραπλήσιες ενέργειες. Πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι σε παρόμοιες ενέργειες προέβαιναν και οι πρόγονοί τους κατά τους προηγούμενους αιώνες. Μόνο με τέτοιους τρόπους κατόρθωσαν οι Έλληνες της περιοχής να παραδώσουν στα παιδιά και στα εγγόνια τους Ελληνική τη Δυτική Μακεδονία. Αλλά και τα παιδιά και τα εγγόνια τους πολέμησαν και έχυσαν το αίμα τους σε κατοπινούς χρόνους για να διατηρήσουν την Ελληνικότητά τους.

Ας εξετάσουμε όμως και τη συμπεριφορά των Τούρκων. Οι Τούρκοι είναι οι κατακτητές του τόπου. Υποθέτουμε ότι θα ήταν εύκολο γι’ αυτούς να ματαιώσουν τον Ελληνικό γάμο, να απαγάγουν τη Μαρία και να την εντάξουν στο χαρέμι τους. Τίποτε από αυτά δεν έκαναν. Συμπεριφέρθηκαν με τον ίδιο τρόπο, που συμπεριφέρονται  οι  σημερινοί  Νεαπολίτες,  που  θέλουν να παρακολουθήσουν έναν

………………………………………………………………………………………

*Βλέπε: Γ. Μπαμπινιώτη «ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ. Η αρχαία Μακεδονική και η ψευδώνυμη γλώσσα των Σκοπίων». Ολκός, 1992.

γάμο στον Αλιάκμονα. Έναν γάμο, στον οποίον δεν έχουν προσκληθεί. Μόλις, λοιπόν, τα παιδιά των μπέηδων και των πασάδων της Λειψίστας πληροφορήθηκαν το γεγονός (σαν τόμαθαν κι οι Λιαψεισνοί, μπεηόπκα κι πασιόπκα) αναζητούν μία δικαιολογία για να πάνε στο Βρατύνι (κι άει τι αφουρμή να εύρουμι κι στου Βρατύν να πάμι). Η «αφορμή» βρέθηκε γρήγορα (χειρόβουλου δεν έχουμι κι στου Βρατύν θα πάμι). Από αυτήν την «αφορμή» συμπεραίνουμε ότι ο γάμος έγινε μέσα στον θερισμό, βεβιασμένα, προφανώς για να αποφευχθεί ο γάμος της Μαρίας με Τούρκο. Κανένας γάμος δεν γινόταν εκείνα τα χρόνια στα μέρη μας την εποχή του θερισμού, που όλοι οι κάτοικοι πνίγονταν στις αγροτικές ασχολίες. Όταν η πομπή των Τούρκων έφτασε στο Βρατύνι, είχε ήδη τελειώσει το «μυστήριο του γάμου» και είχε αρχίσει «ο τρανός ο χορός». Οι Τούρκοι (βρίσκουν τ’ Μαρία στου χουρό κι στου χουρό χουρεύει). Είναι φανερό ότι η Μαρία είχε επικοινωνίες μαζί τους, τους είχε ήδη συναντήσει πριν από το γάμο και τους αναγνώρισε μόλις τους είδε. Αλλιώς δεν εξηγείται το ότι (από μακριά τους χαιρετάει). Το ότι τα  παιδιά των μπέηδων και των πασάδων δέχτηκαν να φιλήσει η νύφη τα χέρια τους (τα χέρια τους φιλούσι) και της έδωσαν δώρα και μάλιστα πολύτιμα (άλλοι φλουριά τη δώρισαν κι άλλοι παραγρόσια) δείχνει ότι οι κατακτητές ήταν εξοικειωμένοι με τα έθιμα των Ελλήνων και ίσως να τα ακολουθούσαν και οι ίδιοι. Σε δημοφιλή Τουρκική τηλεοπτική εκπομπή που προβαλλόταν πρόσφατα σε ένα Ελληνικό κανάλι, νεαρές Τουρκάλες και νεαροί Τούρκοι φιλούν τα χέρια των ηλικιωμένων Τούρκων σε ένδειξη σεβασμού. Σημειώνεται ακόμη ότι οι Τούρκοι δεν διαμαρτυρήθηκαν γιατί η Μαρία δεν δέχτηκε να παντρευτεί Τούρκο. Απλώς απόρησαν πώς αυτή η τόσο όμορφη κοπέλα δέχτηκε να παντρευτεί αυτόν τον άσχημο Έλληνα γαμπρό, που έβλεπαν μπροστά τους, και ρώτησαν: (Μαρία μ’ τι τουν ζήλιψις του Σιώμου του νταλάκα;).

Δεν είναι όμως δυνατό να τελειώσει αυτό το άρθρο χωρίς να σχολιασθεί η συμπεριφορά της δύσμοιρης Μαρίας. Η Μαρία αισθάνεται, και πολύ σωστά, ότι εξαπατήθηκε, ότι προδόθηκε. Ρίχνει όμως τη μομφή μόνο στους κατοίκους του διπλανού χωριού, τους οποίους βρίζει. Το τραγούδι αφιερώνει μόνον δύο στίχους για τα λόγια, που βγαίνουν με μεγάλο θυμό από το στόμα της [Μι γέλασαν (=με ξεγέλασαν), μι πλάνιψαν οι σκυλουβρατυνιώτις. Φκιάσαν του Δόσιου για γαμπρό κι ήρθαν κι μι πήραν]. Είναι φανερό ότι η Μαρία θα προτιμούσε να αλλαξοπιστήσει, να είναι μπέησσα και να ζει πλούσια παρά να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της στη φτώχεια έχοντας μάλιστα για σύζυγο έναν άντρα που δεν τον διάλεξε η ίδια. Ενδιαφέρεται μόνον για το ατομικό της συμφέρον και δεν νοιάζεται για τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας και της χριστιανικής πίστης της.

Αυτή η ιστορία μοιάζει με παραμύθι. Δεν είναι όμως παραμύθι. Είναι ένα γεγονός, που συνέβη στα μέρη μας τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1860-1870. Ο πρώτος γιος του εικονικού γαμπρού, του Δόσιου, που ήταν νήπιο όταν έγινε ο γάμος, πέθανε στον Αλιάκμονα, τότε Παλιούρι, το 1933. Το ονοματεπώνυμό του ήταν Ιωάννης Δόσιος, αλλά όλο τον χωριό τον φώναζε με το υποκοριστικό του, Νιάκο, από το Γιαννάκος. Εξ άλλου, η γιαγιά η Κωσταντίναινα (το ονοματεπώνυμό της ήταν Κωνσταντινιά Αθανασοπούλου) ήταν αρκετά μεγάλο παιδί όταν έγινε αυτός ο γάμος και θυμόταν το γεγονός πολύ καλά. Αυτή περιέγραφε το γάμο κατ’ επανάληψη στα παιδιά, στα εγγόνια και στα δισέγγονά της και αυτά παρέδωσαν σε εμάς από στόμα σε στόμα αυτήν την ιστορία και το τραγούδι. Η γιαγιά η Κωσταντίναινα πέθανε στον Αλιάκμονα επίσης το 1933 σε βαθιά γεράματα. Τα δισέγγονα και τα τρισέγγονα του Δόσιου, του Νιάκου και της Κωσταντίναινας ζουν σήμερα στον Αλιάκμονα, στη Νεάπολη, στην Καστοριά, στην Πτολεμαΐδα, στην Κοζάνη, στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας καθώς και στην Αμερική. Είναι οι συνεχιστές της παράδοσης.

Θεοδόσιος Ι. Δόσιος